επεκτείνω

(AM ἐπεκτείνω) [εκτείνω]
αυξάνω σε έκταση ή σε αριθμό («επεκτείνει τον κύκλο τών συνεργατών του», «με τη συνθήκη επεκτάθηκαν τα όρια τού κράτους»)
αρχ.
1. τεντώνω
2. αναπτύσσω
3. εξαπλώνομαι
4. διευρύνω
5. μετατρέπω βραχύχρονο φωνήεν σε μακρόχρονο
6. επαυξάνω μια λέξη με προσθήκη συλλαβής ή φωνήεντος
7. μέσ. επεκτείνομαι
εκτείνομαι πέρα από τα όρια («τὰ πολλὰ καὶ ἐπεκτείνεται τῆς οἰκείας ὥρας», Θεόφρ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπεκτείνω — stretch aor subj act 1st sg ἐπεκτείνω stretch pres subj act 1st sg ἐπεκτείνω stretch pres ind act 1st sg ἐπεκτείνω stretch aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) ἐπικτείνω kill besides aor ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επεκτείνω — επεκτείνω, επέκτεινα και επεξέτεινα βλ. πίν. 172 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επεκτείνω — επέκτεινα, επεκτάθηκα, μτβ. 1. εκτείνω πιο πολύ, αυξάνω περισσότερο σε μήκος ή έκταση, εξαπλώνω: Επεκτάθηκαν τα όρια του κράτους. 2. μτφ., αναπτύσσω, διευρύνω, διαπλατύνω (δικαιώματα, γνώμες, έρευνες κτλ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπεκτείνῃ — ἐπεκτείνω stretch aor subj mid 2nd sg ἐπεκτείνω stretch aor subj act 3rd sg ἐπεκτείνω stretch pres subj mp 2nd sg ἐπεκτείνω stretch pres ind mp 2nd sg ἐπεκτείνω stretch pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκτεταμένα — ἐπεκτείνω stretch perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐπεκτεταμένᾱ , ἐπεκτείνω stretch perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐπεκτεταμένᾱ , ἐπεκτείνω stretch perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκτείνει — ἐπεκτείνω stretch aor subj act 3rd sg (epic) ἐπεκτείνω stretch pres ind mp 2nd sg ἐπεκτείνω stretch pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκτείνεσθε — ἐπεκτείνω stretch pres imperat mp 2nd pl ἐπεκτείνω stretch pres ind mp 2nd pl ἐπεκτείνω stretch imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) ἐπικτείνω kill besides imperf ind mp 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκτείνομεν — ἐπεκτείνω stretch aor subj act 1st pl (epic) ἐπεκτείνω stretch pres ind act 1st pl ἐπεκτείνω stretch imperf ind act 1st pl (homeric ionic) ἐπικτείνω kill besides imperf ind act 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκτείνουσι — ἐπεκτείνω stretch aor subj act 3rd pl (epic) ἐπεκτείνω stretch pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπεκτείνω stretch pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκτείνουσιν — ἐπεκτείνω stretch aor subj act 3rd pl (epic) ἐπεκτείνω stretch pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπεκτείνω stretch pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.